ελάχιστα

επίρρημα

Σε πολύ μικρό βαθμό, ποσότητα ή ένταση· με τρόπο που περιορίζει στο ελάχιστο την παρουσία, την επίδραση ή τη συμμετοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μου απέμειναν ελάχιστα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα.
  • Έφαγα ελάχιστα, γιατί δεν πεινούσα.
  • Η διαφορά ήταν ελάχιστα ορατή στους θεατές.
  • Τα περιθώρια λάθους είναι ελάχιστα σε αυτή τη διαδικασία.
  • Χρειάστηκαν ελάχιστα λεπτά για να ολοκληρωθεί η εργασία.