εκτενώς

επίρρημα

1. Καλύπτοντας μεγάλο εύρος ή έκταση σε χώρο, χρόνο ή περιεχόμενο.

2. Με λεπτομερή και εκτεταμένη ανάπτυξη ενός θέματος, παρουσιάζοντας πολλές πτυχές και στοιχεία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

συνοπτικά περιληπτικά επιγραμματικά σύντομα απλώς περιορισμένα αδρομερώς πρόχειρα απλά κρυφά ελάχιστα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής ανέλυσε το θέμα εκτενώς.
  • Συζητήσαμε εκτενώς τα σχέδια πριν αποφασίσουμε.
  • Η έκθεση καλύπτει εκτενώς τους πιθανούς κινδύνους.
  • Το άρθρο αναφέρθηκε εκτενώς στις πηγές και τα δεδομένα.
  • Το θέμα έχει μελετηθεί εκτενώς από ειδικούς.