ουσιαστικά

επίρρημα

Με τρόπο που αφορά την ουσία ή την πραγματική, θεμελιώδη φύση ενός πράγματος, και όχι τις δευτερεύουσες ή επιφανειακές πτυχές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν άλλαξε ουσιαστικά τίποτα.
  • Η συζήτηση, ουσιαστικά, επικεντρώθηκε στα οικονομικά.
  • Η μεταρρύθμιση ουσιαστικά βελτίωσε τη λειτουργία του συστήματος.
  • Στο μάθημα γραμματικής, μελετήσαμε τα ουσιαστικά και τα επίθετα.
  • Τα ουσιαστικά στην ελληνική έχουν γένος, αριθμό και πτώση.
  • Η συμφωνία ήταν, ουσιαστικά, χωρίς εναλλακτικές.