θεαματικά
επίρρημα1. Με τρόπο εντυπωσιακό που τραβάει έντονα την προσοχή και προκαλεί θαυμασμό.
2. Με δραματική ή σημαντική μεταβολή, αύξηση ή αντίθεση σε σχέση με το προηγούμενο ή αναμενόμενο.
Συνώνυμα
εντυπωσιακά φαντασμαγορικά θαυμαστά δραματικά εκπληκτικά καταπληκτικά εκρηκτικά σημαντικά εξαιρετικά δραστικά ορατά απίστευτα εκθαμβωτικά εξωπραγματικά τρανταχτά κατακόρυφα θεατρικά πρωτοφανώς μαγικά αξιοσημείωτα
Αντώνυμα
ελάχιστα ασήμαντα αμελητέα απαρατήρητα λίγο ήπια σταδιακά διακριτικά ήσυχα υποτονικά συγκρατημένα μηδαμινά συνηθισμένα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι τιμές των μετοχών έπεσαν θεαματικά μέσα σε λίγες ώρες.
- Η παράσταση ήταν θεαματικά εντυπωσιακή και καταχειροκροτήθηκε.
- Ο αθλητής σκόραρε θεαματικά με ένα σουτ από μακριά.
- Η επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας αυξήθηκε θεαματικά μετά την καμπάνια.
- Η θερμοκρασία μειώθηκε θεαματικά, προκαλώντας έκπληξη στους μετεωρολόγους.