απόλυτα
επίρρημα1. Εκφράζει πλήρη ή ολοκληρωτική ιδιότητα, κατάσταση ή βαθμό, χωρίς υπόλοιπο, περιορισμό ή επιφυλάξεις.
2. Χρησιμοποιείται για να ενισχύσει ή να επιβεβαιώσει μια πρόταση ή δήλωση ως οριστική και αδιαπραγμάτευτη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι απόλυτα βέβαιος για την επιλογή μου.
- Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου.
- Το κτίριο είναι απόλυτα άδειο τη νύχτα.
- Η προστασία των δεδομένων είναι απόλυτα αναγκαία.
- Ο καιρός ήταν απόλυτα τέλειος για μπάνιο.
- Ακολούθησε απόλυτα τις οδηγίες.