απίστευτα
επίρρημα1. Δείχνει έντονο βαθμό ή ποσότητα, υπερβαίνοντας το αναμενόμενο και καθιστώντας το αποτέλεσμα δύσκολο να πιστευτεί.
2. Με τρόπο που προκαλεί έκπληξη ή θαυμασμό λόγω της έντασης, της έκτασης ή της ποιότητας ενός γεγονότος ή χαρακτηριστικού.
Συνώνυμα
ασύλληπτα αδιανόητα εξωφρενικά απίθανα εκπληκτικά καταπληκτικά φοβερά τρομερά θαυμάσια εξαιρετικά φανταστικά θαυμαστά πολύ άκρως πάρα θεαματικά συγκλονιστικά φρικτά τρελά σούπερ υπερβολικά απείρως σκανδαλωδώς μαγικά τραγικά απροσδόκητα παραδόξως σφόδρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συναυλία ήταν απίστευτα εντυπωσιακή.
- Ο αθλητής έτρεξε απίστευτα γρήγορα στον τελικό.
- Τα απίστευτα που άκουσα στη συνάντηση με εξέπληξαν.
- Μας κέρδισε; Απίστευτα!
- Δούλεψε απίστευτα σκληρά για το έργο.