μηδαμινά
επίθετο1. Που έχει εξαιρετικά μικρό μέγεθος, ποσότητα ή βαθμό, σχεδόν αμελητέο.
2. Που έχει πολύ μικρή αξία ή σημασία σε σχέση με το αναμενόμενο ή το σχετικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σημαντικά ουσιώδη ουσιαστικά μεγάλα τεράστια αξιοσημείωτα εντελώς φοβερά αρκετά αξιόλογα πολλαπλά πολυάριθμα εκτενή θεαματικά αποφασιστικά εξαιρετικά ολοσχερώς
Παραδείγματα χρήσης
- Τα κέρδη της εταιρείας φέτος ήταν μηδαμινά.
- Τα αποτελέσματα της δοκιμής ήταν μηδαμινά, χωρίς ουσιαστική βελτίωση.
- Τα περιθώρια για λάθος στην κατασκευή είναι μηδαμινά.
- Τα συμπτώματα μετά το εμβόλιο ήταν μηδαμινά.
- Τα οφέλη από την αλλαγή ήταν μηδαμινά σε σχέση με το κόστος.