τρομερά
επίρρημα1. Σε πολύ μεγάλο βαθμό ή έντονα, για να ενισχύσει το νόημα ενός επιθέτου, επιρρήματος ή ρήματος.
2. Με τρόπο που προκαλεί δέος ή φόβο, δηλώνοντας έντονη εντύπωση ή ανησυχία, ανάλογα με το πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συναυλία ήταν τρομερά εντυπωσιακή.
- Μου άρεσε τρομερά το βιβλίο.
- Ο καιρός ήταν τρομερά άσχημος χθες.
- Ο σεισμός ήταν τρομερά τρομακτικός.
- Ο δρομέας έτρεχε τρομερά γρήγορα.