ευρέως

επίρρημα

1. Με τρόπο που καλύπτει μεγάλο αριθμό ατόμων, περιοχών ή περιπτώσεων, εφαρμόζεται ή ισχύει σε ευρεία κλίμακα.

2. Σε μεγάλο βαθμό ή έκταση, όταν κάτι γίνεται ή υπάρχει σε πολλή ποσότητα ή με μεγάλη συχνότητα.

Συνώνυμα

εκτενώς ευρύτατα πλατιά γενικά καθολικά παντού πανταχού παγκοσμίως

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το βιβλίο είναι ευρέως γνωστό στο κοινό.
  • Η πρόταση έγινε ευρέως αποδεκτή από τους ειδικούς.
  • Το θέμα συζητήθηκε ευρέως στα μέσα ενημέρωσης.
  • Η μέθοδος χρησιμοποιείται ευρέως στην ιατρική.
  • Η εταιρεία είναι ευρέως αναγνωρισμένη στον κλάδο της.