φοβερά
επίρρημα1. Με τρόπο που δηλώνει έντονο βαθμό ή μεγάλη έκταση ενός χαρακτηριστικού, υπερβαίνοντας το συνηθισμένο.
2. Με τρόπο που προκαλεί φόβο, δέος ή ισχυρή εντύπωση.
Συνώνυμα
τρομερά απίστευτα φοβερώς καταπληκτικά εκπληκτικά σούπερ εξαιρετικά υπέροχα θαυμάσια υπερβολικά εντυπωσιακά απολύτως εξωπραγματικά πολύ τρελά άκρως έξοχα πάρα απίθανα πραγματικά εντελώς φρικτά δεινώς τραγικά απείρως άσχημα ασύλληπτα σφόδρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταινία ήταν φοβερά διασκεδαστική.
- Τρέχει φοβερά γρήγορα στις προπονήσεις.
- Είχε φοβερά όνειρα όλη τη νύχτα.
- — Πέρασες τις εξετάσεις; — φοβερά!
- Νιώθω φοβερά χαρούμενος σήμερα.