ολοσχερώς
επίρρημαΜε τρόπο ή σε βαθμό τέτοιο ώστε να μην απομένει τίποτε από το αντικείμενο ή το φαινόμενο που περιγράφεται, χωρίς υπόλειμμα ή τμήμα ανέπαφο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σπίτι καταστράφηκε ολοσχερώς από τη φωτιά.
- Αλλάξαμε ολοσχερώς το πρόγραμμα εργασίας.
- Η αίτησή του απορρίφθηκε ολοσχερώς.
- Η εταιρεία χρεοκόπησε ολοσχερώς μετά την οικονομική κρίση.
- Οι δύο έρευνες είναι ολοσχερώς ανεξάρτητες.