έντονα

επίρρημα

1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση ή δύναμη στην έκφραση, στα συναισθήματα, στις αισθήσεις ή στον ήχο.

2. Σε μεγάλο βαθμό και με σαφήνεια, ώστε να διαχωρίζεται εύκολα από το συνηθισμένο ή το μέτριο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε έντονα συγκίνηση όταν διάβασε το γράμμα.
  • Το φόρεμα ήταν έντονα κόκκινο και τράβηξε τα βλέμματα.
  • Διαφώνησε έντονα με την απόφαση του συμβουλίου.
  • Η μυρωδιά του καφέ ήταν έντονα αρωματική το πρωί.
  • Ο καιρός άλλαξε έντονα μέσα σε λίγες ώρες.