ουδόλως

επίρρημα

Χρησιμοποιείται για να δηλώσει πλήρη άρνηση ή απουσία κάποιου χαρακτηριστικού, ιδιότητας ή γεγονότος, υπονοώντας ότι δεν υπάρχει σε κανέναν βαθμό ή με κανέναν τρόπο.

Συνώνυμα

καθόλου καθόλως ουδαμώς μηδαμινώς ελάχιστα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κριτική δεν με απασχόλησε ουδόλως.
  • Ουδόλως εμπιστεύομαι τα λόγια του μετά όσα συνέβησαν.
  • Τα στοιχεία ήταν ουδόλως επαρκή για να βγάλουμε ασφαλές συμπέρασμα.
  • —Θα αποδεχτείς την πρόταση; —Ουδόλως!
  • Η ζημιά δεν είναι ουδόλως αμελητέα, πρέπει να επέμβουμε άμεσα.