αρκετά
επίρρημα1. Σε βαθμό ή ποσότητα που επαρκεί για τον σκοπό, καλύπτοντας τις ανάγκες ή τις απαιτήσεις.
2. Έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι πρέπει να σταματήσει ή ότι μια κατάσταση θεωρείται ολοκληρωμένη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχουν αρκετά βιβλία στη βιβλιοθήκη.
- Είναι αρκετά καλός για να μπει στην ομάδα.
- Έφαγα αρκετά και δεν θέλω άλλο.
- Το νερό δεν είναι αρκετά ζεστό.
- Αρκετά! Σταμάτα να μιλάς.
- Η εξήγηση ήταν αρκετά σαφής.