σπανίως

επίρρημα

Με τρόπο όχι συχνό ή σε μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης σπανίως αργεί στη δουλειά.
  • Τον βλέπουμε σπανίως τα τελευταία χρόνια.
  • Η εταιρεία σπανίως κάνει τόσο μεγάλες εκπτώσεις.
  • Τα πουλιά αυτά σπανίως εμφανίζονται στην περιοχή.
  • Εκείνος σπανίως μιλάει όταν είναι θυμωμένος.