πενιχρά

επίρρημα

Με τρόπο που παρέχει ή εκφράζει περιορισμένη ποσότητα, αξία ή ένταση, ανεπαρκή σε σχέση με το αναμενόμενο ή απαραίτητο.

Συνώνυμα

λιγοστά ελάχιστα μηδαμινά φτωχά φτωχικά ανεπαρκώς ασήμαντα μικρά υποτυπωδώς ολίγα ελλιπώς περιορισμένα ταπεινά μίζερα κουτσουρεμένα

Αντώνυμα

άφθονα πλούσια γενναιόδωρα πλουσιοπάροχα επαρκώς πολλά περίσσια ικανοποιητικά ουσιαστικά αξιοπρεπώς πληθωρικά άνετα σημαντικά αρκετά απίστευτα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα πενιχρά εισοδήματα του αγρότη δεν επαρκούν για την οικογένειά του.
  • Τα πενιχρά αποτελέσματα της έρευνας δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα.
  • Η ομάδα τα πήγε πενιχρά στο πρωτάθλημα και αποκλείστηκε νωρίς.
  • Τους πρόσφεραν πενιχρά ποσά ως αποζημίωση για τις ζημίες.
  • Τα πενιχρά αποθέματα τροφίμων επαρκούσαν μόνο για μερικές μέρες.