παντελώς
επίρρημαΜε τρόπο που εκφράζει πλήρη έκταση ή βαθμό, χωρίς περιορισμούς, ελαφρύνσεις ή υπόλοιπο.
Συνώνυμα
εντελώς τελείως απολύτως πλήρως ολοσχερώς εξολοκλήρου ολικώς απόλυτα ολοκληρωτικά καθολικά συνολικά ριζικά ολοκληρωμένως υπερβολικά όλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σπίτι είχε καταστραφεί παντελώς από την πυρκαγιά.
- Είμαι παντελώς ανίδεος για το θέμα που συζητάτε.
- Η υπόθεση απορρίφθηκε παντελώς από το δικαστήριο.
- Η θεωρία του διαψεύστηκε παντελώς από τα νέα στοιχεία.
- Το μηχάνημα είναι παντελώς άχρηστο.
- Είναι παντελώς αδύνατο να τελειώσουμε σήμερα.