χείμαρρος
ουσιαστικόΟρμητικό ρεύμα νερού που κατεβαίνει με δύναμη από ψηλότερο σε χαμηλότερο σημείο, συνήθως ύστερα από βροχή ή λιώσιμο χιονιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χείμαρρος κατέβασε πέτρες και λάσπη μετά τη δυνατή βροχή.
- Το ποτάμι έγινε χείμαρρος και παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά του.
- Μίλησε σαν χείμαρρος, χωρίς να σταματά ούτε στιγμή.
- Η αίθουσα πλημμύρισε από έναν χείμαρρο χειροκροτημάτων.
- Με τον χείμαρρο των δακρύων του, δεν μπορούσε να μιλήσει.