έτοιμος
επίθετο1. Που έχει ολοκληρωθεί ή έχει γίνει κατάλληλος για άμεση χρήση, λειτουργία ή κατανάλωση.
2. Που είναι προετοιμασμένος ή έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μπορέσει να δράσει ή να ανταποκριθεί.
Συνώνυμα
προετοιμασμένος παρασκευασμένος ετοιμασμένος τελειωμένος ολοκληρωμένος πρόθυμος διατεθειμένος διαθέσιμος ώριμος εξοπλισμένος φτιαγμένος συμπληρωμένος κατάλληλος ετοιμοπόλεμος οπλισμένος
Αντώνυμα
απροετοίμαστος ανέτοιμος απρόθυμος ατελής ημιτελής ανώριμος άωρος αναποφάσιστος ακατάλληλος άγουρος αφοπλισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι έτοιμος να ξεκινήσω τη δουλειά.
- Η μαθήτρια ήταν έτοιμη για την εξέταση.
- Το φαγητό είναι έτοιμο, σερβίρεψε.
- Οι μαθητές είναι έτοιμοι για την παρουσίαση.
- Τα φρούτα δεν είναι ακόμα έτοιμα για συγκομιδή.