πρεσβεία
ουσιαστικό1. Μόνιμη διπλωματική αντιπροσωπεία μιας χώρας σε άλλη χώρα ή διεθνή οργανισμό, με σκοπό τη διατήρηση και προώθηση των διμερών σχέσεων, την προστασία των πολιτών της και την εκπροσώπηση των συμφερόντων της.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρεσβεία της χώρας μας βρίσκεται στην πρωτεύουσα.
- Πήγα χθες στην πρεσβεία για να υποβάλω αίτηση βίζας.
- Η πρεσβεία διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία με τις τοπικές αρχές.
- Η πρεσβεία διοργάνωσε μια πολιτιστική εκδήλωση για την προώθηση της κουλτούρας μας.
- Οι πρεσβείες συνεργάζονται για την αντιμετώπιση επειγουσών καταστάσεων.