φυσικός
επίθετο1. Που ανήκει ή αναφέρεται στη φύση και στα φυσικά φαινόμενα.
2. Που υπάρχει ή προκύπτει από τη φύση χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
3. Που σχετίζεται με τους νόμους της ύλης και της ενέργειας ή με τη φυσική ως επιστήμη.
Συνώνυμα
έμφυτος φυσιολογικός αυθόρμητος αυθεντικός γνήσιος ατόφιος ακατέργαστος οργανικός σωματικός αβίαστος αυτοφυής ύπαιθρος επιστήμονας υλικός ανεπιτήδευτος βιολογικός ενστικτώδης πρωτόγονος πρωτογενής ρεαλιστικός υπαρκτός
Αντώνυμα
τεχνητός αφύσικος συνθετικός επίκτητος παθολογικός πνευματικός μαγικός εικονικός κατασκευασμένος ξύλινος συνθετικό φτιαχτός υπερφυσικός ψεύτικος επιτηδευμένος τεχνογενής τεχνητογενής πλαστικός φτιαγμένος χημικός ψυχικός εξωπραγματικός προσποιητός σοβαροφανής στημένος τεχναστός απίθανος
Παραδείγματα χρήσης
- Η φυσική είναι μια θεμελιώδης επιστήμη.
- Ο φυσικός μίλησε για τις μαύρες τρύπες.
- Το φυσικό φως από το παράθυρο βοηθά στο διάβασμα.
- Προτιμώ τη φυσική γεύση των φρούτων χωρίς πρόσθετη ζάχαρη.
- Οι φυσικοί πόροι του νησιού είναι περιορισμένοι.