σκίτσο
άλλο1. Ζωγραφική ή σχεδιαστική παράσταση με απλές γραμμές και χωρίς πολλές λεπτομέρειες, που αποδίδει πρόσωπο, αντικείμενο ή σκηνή.
2. Πρόχειρη και σύντομη απεικόνιση ή αναπαράσταση μιας ιδέας, μορφής ή σχέσης.
Συνώνυμα
σκαρίφημα προσχέδιο σκιτσάκι σχέδιο ζωγραφιά γελοιογραφία γελοιογράφημα καρικατούρα διάγραμμα σχεδίαση μολυβιά μουτζούρα κόμικ περίγραμμα μακέτα εικαστικό εικόνα τατουάζ απεικόνιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σχεδίασε ένα γρήγορο σκίτσο στο περιθώριο του βιβλίου.
- Το σκίτσο στην εφημερίδα σατίριζε την πολιτική κατάσταση.
- Ο αρχιτέκτονας παρουσίασε το πρώτο σκίτσο του κτιρίου.
- Το καλλιτεχνικό σκίτσο αποτυπώνει τις σκιές και τα φωτεινά σημεία.
- Έδειξε στο κοινό ένα σκίτσο που απεικόνιζε την κίνηση του χορευτή.