ψεύτικος
επίθετο1. Που δεν είναι αληθινός ή γνήσιος, αλλά αποτελεί μίμηση, κατασκευή ή απόπειρα αναπαραγωγής ενός πραγματικού αντικειμένου ή χαρακτηριστικού.
Συνώνυμα
πλαστός κίβδηλος ψευδής μαϊμού φτιαχτός παραποιημένος επίπλαστος επινοημένος προσποιητός σικε τεχνητός υποκριτικός απατηλός παραπλανητικός πλασματικός νοθευμένος δήθεν κατασκευασμένος επιτηδευμένος αναληθής ανειλικρινής αφύσικος διπρόσωπος στημένος εικονικός συνθετικός νόθος φανταστικός προσωρινός προσομοιωτικός απομιμητικός δόλιος σκάρτος προδοτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ψεύτικος πίνακας δεν πείθει τους ειδικούς.
- Έγραψε μια ψεύτικη ιστορία για να αποφύγει την ευθύνη.
- Το ψεύτικο χαμόγελο δεν έκρυβε την ανησυχία της.
- Τα ψεύτικα λουλούδια στο βάζο φαίνονται πολύ ρεαλιστικά.
- Ο ψεύτικος φίλος του αποδείχτηκε επικίνδυνος.
- Ανακάλυψαν ψεύτικα χρήματα στην τσάντα του.