εικονικός
επίθετο1. Που υπάρχει ή εκφράζεται μέσω εικόνας ή οπτικής αναπαράστασης, είτε σε υλική είτε σε ψηφιακή μορφή.
2. Που δεν είναι πραγματικός αλλά προσομοιωμένος, νοητός ή υποθετικός και χρησιμεύει ως αναπαράσταση ή υπόδειγμα.
Συνώνυμα
ψηφιακός διαδικτυακός προσομοιωμένος προσομοιωτικός πλασματικός πλαστός ψεύτικος φαινομενικός συμβολικός οπτικός ανύπαρκτος ψευδής φανταστικός φτιαχτός μαϊμού εικονογραφικός απατηλός δήθεν υποθετικός παραμυθένιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εικονικός κόσμος της εικονικής πραγματικότητας μετέφερε τον χρήστη σε άλλο σύμπαν.
- Συμμετείχαμε σε μια εικονική συνάντηση μέσω βιντεοκλήσης.
- Δημιούργησαν έναν εικονικό λογαριασμό για δοκιμές.
- Η συμφωνία είχε κυρίως εικονικό χαρακτήρα, χωρίς ουσιαστική εφαρμογή.
- Οι εικονικοί φίλοι του παιχνιδιού δεν έχουν πραγματικές σκέψεις ή συναισθήματα.