στημένος
άλλο1. Που έχει στηθεί ή τοποθετηθεί επίτηδες για κάποιον συγκεκριμένο σκοπό.
2. Που έχει οργανωθεί ή διαμορφωθεί με τρόπο προσχεδιασμένο, συχνά για να παραπλανήσει ή να παγιδεύσει.
Συνώνυμα
νοθευμένος φτιαχτός φτιαγμένος σκηνοθετημένος τοποθετημένος κατασκευασμένος πειραγμένος επιτηδευμένος ψεύτικος παραποιημένος μαγειρεμένος εγκατεστημένος προγραμματισμένος προμελετημένος στυλιζαρισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φωτισμός στο στούντιο είναι στημένος πολύ προσεκτικά.
- Η συνέντευξη στο κανάλι φαινόταν στημένη — όλα είχαν προγραμματιστεί.
- Οι κάμερες ήταν στημένες γύρω από τη σκηνή για καλύτερη κάλυψη.
- Το παιχνίδι ήταν στημένο από πριν· δεν υπήρχε δίκαιος ανταγωνισμός.
- Υποψιάζονται ότι αυτός ο μάρτυρας είναι στημένος και συνεργάζεται με τους κατηγορούμενους.
- Οι οργανωτές είχαν στημένους δημοσιογράφους για να ελέγξουν την κάλυψη του γεγονότος.