φτιαχτός
άλλο1. Που έχει κατασκευαστεί ή διαμορφωθεί με τρόπο ώστε να φαίνεται ή να λειτουργεί ως αυθεντικό, χωρίς να είναι τέτοιο.
2. Που δεν είναι φυσικό ή αυθόρμητο, αλλά έχει προσεκτικά δημιουργηθεί για να δώσει συγκεκριμένη εντύπωση.
Συνώνυμα
ψεύτικος πλαστός τεχνητός στημένος σκηνοθετημένος επιτηδευμένος πειραγμένος παραποιημένος πλαστογραφημένος μαϊμού φτιαγμένος ψευδής συνθετικός κατασκευασμένος προσποιητός προσχηματικός διαστρεβλωμένος δουλεμένος φανταστικός αλλοιωμένος αυτοσχέδιος αφύσικος νοθευμένος επινοημένος εφευρημένος εικονικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γλυκό δεν ήταν αληθινό· ήταν φτιαχτό.
- Το δέντρο στο σαλόνι είναι φτιαχτό, όχι φυσικό.
- Φορούσε ένα πολύ φτιαχτό χαμόγελο για να κρύψει την αμηχανία του.
- Η ιστορία που μας είπε μου φάνηκε κάπως φτιαχτή.
- Έβαλαν φτιαχτά λουλούδια στο μπαλκόνι για να μη μαραίνονται.