απτός

επίθετο

1. Που μπορεί να αγγιχθεί ή να γίνει άμεσα αντιληπτό μέσω της αφής.

2. Που έχει χειροπιαστή παρουσία ή σαφείς, πρακτικές συνέπειες στην πραγματικότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κίνδυνος είναι απτός και πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε.
  • Δεν υπάρχει απτό στοιχείο που να στηρίζει την κατηγορία.
  • Η βελτίωση ήταν απτή μετά την εφαρμογή των νέων μέτρων.
  • Αναμένουμε απτά αποτελέσματα από τις επενδύσεις.
  • Οι συνέπειες έγιναν απτές μέσα στην κοινότητα.
  • Οι κίνδυνοι είναι απτοί σε πολλά σημεία της χώρας.