απτός
επίθετο1. Που μπορεί να αγγιχθεί ή να γίνει άμεσα αντιληπτό μέσω της αφής.
2. Που έχει χειροπιαστή παρουσία ή σαφείς, πρακτικές συνέπειες στην πραγματικότητα.
Συνώνυμα
χειροπιαστός αντιληπτός αισθητός αγγίξιμος ενσώματος υλικός συγκεκριμένος πραγματικός υπαρκτός ορατός εμφανής παρατηρήσιμος μετρήσιμος ευδιάκριτος
Αντώνυμα
άυλος αφηρημένος άπιαστος ανεπαίσθητος ονειρικός αόρατος αόριστος νοητός φανταστικός ανύπαρκτος ψεύτικος ανέφικτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κίνδυνος είναι απτός και πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε.
- Δεν υπάρχει απτό στοιχείο που να στηρίζει την κατηγορία.
- Η βελτίωση ήταν απτή μετά την εφαρμογή των νέων μέτρων.
- Αναμένουμε απτά αποτελέσματα από τις επενδύσεις.
- Οι συνέπειες έγιναν απτές μέσα στην κοινότητα.
- Οι κίνδυνοι είναι απτοί σε πολλά σημεία της χώρας.