τόλμη
ουσιαστικόΙδιότητα ή στάση ενός ανθρώπου που τον κάνει να αντιμετωπίζει κινδύνους, δυσκολίες ή φόβο με αποφασιστικότητα και χωρίς υπερβολικό δισταγμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δειλία δειλότητα ντροπαλότητα συστολή ατολμία φόβος αναποφασιστικότητα δισταγμός αβουλία διστακτικότητα συνεσταλτικότητα ανασφάλεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η τόλμη του να μιλήσει δημόσια εντυπωσίασε όλους.
- Χρειάζεται τόλμη για να ξεκινήσεις κάτι καινούριο.
- Με πολλή τόλμη αντιμετώπισε τις δυσκολίες.
- Η δημιουργική τόλμη του καλλιτέχνη ξεχώρισε στο έργο του.
- Η τόλμη και η αποφασιστικότητα τον βοήθησαν να πετύχει.