τρέλα
ουσιαστικό1. Κατάσταση σοβαρής διαταραχής της νόησης στην οποία διαταράσσονται η κρίση, η αντίληψη και η ικανότητα ορθολογικής σκέψης, συχνά με αλλοιωμένη σχέση με την πραγματικότητα.
Συνώνυμα
παραφροσύνη αλλοφροσύνη παράκρουση τρελλοσύνη παλαβομάρα μανία φρενίτιδα παραλήρημα παλαβιά υστερία κολλημάρα παραλογισμός παραφορά παράνοια πάθος λύσσα βλακεία ασθένεια εμμονή πυρετός ενθουσιασμός έρωτας πανικός έρως ευφορία μόδα δαίμων καύλα κόλλημα λαχτάρα μωρία χαζομάρα χαρά οίστρος παρορμητικότητα συναρπασμός ψύχωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τρέλα του για τη φωτογραφία φαίνεται σε κάθε του έργο.
- Έχω τρέλα με τη μουσική των 90s.
- Η τρέλα για το καινούργιο παιχνίδι εξαπλώνεται ανάμεσα στους νέους.
- Μας έπιασε τρέλα κι αρχίσαμε να χορεύουμε στο δρόμο.
- Μην μου προκαλείς τρέλα — άσε με να ησυχάσω.