τρέλα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση σοβαρής διαταραχής της νόησης στην οποία διαταράσσονται η κρίση, η αντίληψη και η ικανότητα ορθολογικής σκέψης, συχνά με αλλοιωμένη σχέση με την πραγματικότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τρέλα του για τη φωτογραφία φαίνεται σε κάθε του έργο.
  • Έχω τρέλα με τη μουσική των 90s.
  • Η τρέλα για το καινούργιο παιχνίδι εξαπλώνεται ανάμεσα στους νέους.
  • Μας έπιασε τρέλα κι αρχίσαμε να χορεύουμε στο δρόμο.
  • Μην μου προκαλείς τρέλα — άσε με να ησυχάσω.