τομή

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της κοπής ενός υλικού ή σώματος με αιχμηρό εργαλείο ή μηχανισμό, που δημιουργεί σχισμή ή άνοιγμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο χειρουργός έκανε μια τομή στην κοιλιά του ασθενούς.
  • Η τομή των δύο ευθειών βρίσκεται στο σημείο Α.
  • Στο αρχιτεκτονικό σχέδιο φαίνεται η τομή του κτιρίου για να αναδειχθεί η εσωτερική διάταξη.
  • Η απόφαση αυτή αποτέλεσε τομή στην πορεία της εταιρείας.
  • Ο αρχισυντάκτης ζήτησε μια τομή στο κείμενο πριν τη δημοσίευση.
  • Στη θεωρία συνόλων, η τομή δύο συνόλων περιλαμβάνει τα κοινά στοιχεία.