εγχείρηση
ουσιαστικό1. Ιατρική επέμβαση που πραγματοποιείται στο σώμα με τομή ή με άλλες τεχνικές, με σκοπό τη διάγνωση, τη θεραπεία, την αποκατάσταση ή τη βελτίωση λειτουργιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εγχείρηση έγινε χθες το βράδυ και ο ασθενής αναρρώνει.
- Ο γιατρός είπε ότι χρειάζεται εγχείρηση για να αφαιρεθεί ο όγκος.
- Πριν από την εγχείρηση υπογράψαμε το έντυπο συγκατάθεσης.
- Η εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς διήρκεσε έξι ώρες.
- Μετά την εγχείρηση θα χρειαστεί φυσιοθεραπεία για να επανέλθει η κινητικότητα.