τελειωμένος
επίθετο1. Που έχει ολοκληρωθεί ή τελειώσει, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες.
2. Που είναι εξαντλημένος σωματικά ή ψυχικά και δεν έχει ενέργεια.
3. Που έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι εξαντλήσεως ή έχει χάσει τη χρησιμότητά του.
Συνώνυμα
ολοκληρωμένος περατωμένος εξαντλημένος κουρασμένος καταβεβλημένος εξουθενωμένος ξεθεωμένος συμπληρωμένος τερματισμένος καταπονημένος ξεζουμισμένος καμένος διαλυμένος κατεστραμμένος ξεγραμμένος σμπαραλιασμένος καταδικασμένος φθαρμένος πλήρης λιώμα καταρρακωμένος έτοιμος σβησμένος χαμένος μεθυσμένος άχρηστος απελπισμένος φθαρτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βιβλίο είναι τελειωμένο.
- Η εργασία είναι τελειωμένη, μπορείς να την παραδώσεις.
- Μετά το ταξίδι, είμαι εντελώς τελειωμένος.
- Μετά το σκάνδαλο, θεωρείται τελειωμένος στη δουλειά.
- Τα γλυκά είναι τελειωμένα, δεν έχει μείνει ούτε ένα.