ταπείνωση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο υφίσταται απώλεια υπερηφάνειας, αξιοπρέπειας ή κύρους εξαιτίας προσβολής, δημόσιας υποτίμησης ή εξευτελισμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπέστη σοβαρή ταπείνωση όταν αποκαλύφθηκαν τα ψέματά του.
  • Η ταπείνωση θεωρείται αρετή σε πολλές πνευματικές παραδόσεις.
  • Η δημόσια ταπείνωση μπροστά στους συναδέλφους του πλήγωσε την αυτοεκτίμησή του.
  • Η ήττα στο πρωτάθλημα του προκάλεσε βαθιά ταπείνωση.
  • Η ταπείνωση της καρδιάς του τον βοήθησε να ζητήσει συγχώρεση.