στέμμα
ουσιαστικό1. Κορώνα από πολύτιμα ή κοινά υλικά, συνήθως διακοσμημένη, που φοριέται στο κεφάλι ως σύμβολο βασιλείας, εξουσίας ή επίσημης θέσης.
2. Αντικείμενο ή έννοια που δηλώνει ανώτατο κύρος, νίκη ή τιμητική θέση σε τελετές και συμβολικές χρήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βασιλιάς τοποθέτησε το στέμμα στο κεφάλι του διαδόχου.
- Η πρώτη θέση στο πρωτάθλημα ήταν το στέμμα της καριέρας του.
- Το τραύμα βρισκόταν στην περιοχή του στέμματος του κρανίου.
- Το στέμμα του άνθους έχει ζωηρά χρώματα που προσελκύουν μέλισσες.
- Στην τελετή φόρεσαν στέμματα πλεγμένα με λουλούδια και φύλλα.