σύρραξη

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ένοπλων εχθροπραξιών μεταξύ κρατών, ένοπλων ομάδων ή οργανώσεων, με οργανωμένη χρήση βίας, στρατιωτικών επιχειρήσεων και συνεπακόλουθες ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύρραξη μεταξύ των δύο κρατών προκάλεσε διεθνή ανησυχία.
  • Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης σημειώθηκε σύρραξη μεταξύ πολιτών και αστυνομίας.
  • Οι κάτοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους εξαιτίας της σύρραξης στην επαρχία.
  • Ο δημοσιογράφος περιέγραψε τη σύρραξη ως σύντομη αλλά σφοδρή.
  • Η έντονη διαφωνία εξελίχθηκε σε λεκτική σύρραξη, που διήρκεσε ώρες.