συντελώ

ρήμα

1. Προκαλώ ή συμβάλλω στη δημιουργία, την έναρξη ή την εμφάνιση ενός γεγονότος ή αποτελέσματος μέσω ενεργειών.

2. Λειτουργώ ως στοιχείο μέσα σε μια διαδικασία που οδηγεί στην ολοκλήρωση ενός σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι εθελοντές συντελούν στην οργανωμένη διεξαγωγή του φεστιβάλ.
  • Η απροσεξία του εργολάβου συντέλεσε στην καθυστέρηση των εργασιών.
  • Η τακτική μελέτη συντελεί στην καλή απόδοση των μαθητών.
  • Στην επιτυχία του προγράμματος συντέλεσε η στενή συνεργασία όλων των τμημάτων.
  • Εγώ πάντα συντελώ όσο μπορώ για την προστασία του περιβάλλοντος.