συναρπαστικός

επίθετο

1. Που προκαλεί έντονη συγκίνηση ή ζωηρό ενδιαφέρον, διεγείροντας συναισθήματα και κρατώντας την προσοχή.

2. Που δημιουργεί αγωνία ή ένταση λόγω της εξέλιξης ή των χαρακτηριστικών του, ιδίως σε γεγονότα, αφηγήσεις ή εμπειρίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό το μυθιστόρημα είναι συναρπαστικό.
  • Η παράσταση ήταν συναρπαστική από την αρχή ως το τέλος.
  • Οι εξελίξεις στην υπόθεση ήταν συναρπαστικές και απρόβλεπτες.
  • Ήταν ένας συναρπαστικός ομιλητής που ενέπνευσε πολλούς.
  • Είναι συναρπαστικό να παρακολουθείς την πρόοδο της τεχνολογίας.