συμπαραστέκομαι

ρήμα

1. Βρίσκομαι ή στέκομαι στο πλευρό κάποιου σε κατάσταση ανάγκης ή δυσκολίας, παρέχοντας ηθική και ψυχολογική στήριξη.

2. Προσφέρω πρακτική βοήθεια ή συνεργάζομαι ενεργά για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος ή την επίτευξη ενός σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πάντα συμπαραστέκομαι στους φίλους μου όταν έχουν ανάγκη.
  • Στον αγώνα για τα δικαιώματα των εργαζομένων, συμπαραστέκομαι υλικά και ηθικά.
  • Μετά το ατύχημα, συμπαραστέκομαι στην οικογένεια προσφέροντας ό,τι μπορώ.
  • Ως εθελοντής, συμπαραστέκομαι σε ανθρώπους με αναπηρία παρέχοντας πρακτική βοήθεια.
  • Δεν μπορώ να βοηθήσω οικονομικά, αλλά συμπαραστέκομαι με την παρουσία και την προσοχή μου.