συμπαθώ
ρήμα1. Να αισθάνομαι θετικά ή ευνοϊκά συναισθήματα προς κάποιο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς έντονο πάθος ή βαθιά συναισθηματική δέσμευση.
2. Να εκδηλώνω φιλική, εγκάρδια ή ευγενική συμπεριφορά προς κάποιον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ συμπαθώ τον Νίκο γιατί είναι ευγενικός.
- Τη μουσική τους συμπαθώ περισσότερο από άλλες.
- Το φαγητό της γιαγιάς συμπαθώ, ειδικά τα γεμιστά.
- Τους ανθρώπους που περνούν δύσκολα συμπαθώ και προσπαθώ να βοηθώ.
- Δεν συμπαθώ πολύ την καινούργια συνάδελφο.