συμβιβάζομαι
ρήμα1. Κάνω αμοιβαίες παραχωρήσεις ή τροποποιώ τις απαιτήσεις μου προκειμένου να επιτευχθεί αποδεκτό αποτέλεσμα μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πλευρών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στις διαπραγματεύσεις δεν συμβιβάζομαι σε θέματα αρχής.
- Στον εργασιακό χώρο συμβιβάζομαι όταν χρειάζεται για το καλό της ομάδας.
- Μερικές φορές συμβιβάζομαι με μικρές παραχωρήσεις για να προχωρήσει το έργο.
- Δεν πρόκειται να συμβιβάζομαι με χαμηλή ποιότητα στη δουλειά μου.
- Προσπαθώ να συμβιβάζομαι ανάμεσα στις προσωπικές μου ανάγκες και τις απαιτήσεις της οικογένειας.