σπασμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί θραύση, ρωγμή ή σπάσιμο και δεν είναι πλέον ακέραιο ή συνεκτικό.
2. Που έχει υποστεί βλάβη και δεν λειτουργεί σωστά ή καθόλου.
3. Που έχει πληγωθεί ή απογοητευτεί συναισθηματικά και παρουσιάζει μεταβολή στη διάθεση.
Συνώνυμα
θραυσμένος ενοχλημένος ελαττωματικός ραγισμένος χαλασμένος κατεστραμμένος θρυμματισμένος κατακερματισμένος διαλυμένος συντριμμένος συντετριμμένος εκνευρισμένος θυμωμένος πικραμένος καταστραμμένος λιώμα καταρρακωμένος σκασμένος άχρηστος επισκευαστέος θραυστικός κατακερματιστός πληγωμένος ασύνδετος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθρέφτης είναι σπασμένος.
- Ο υπολογιστής είναι σπασμένος μετά την πτώση.
- Μετά τον χωρισμό, ο Γιώργος ένιωθε σπασμένος.
- Ο Κώστας ήταν σπασμένος μαζί της για το ψέμα.
- Ήρθε στο σπίτι σπασμένος από την κούραση.