σοφία
ουσιαστικό1. Βαθιά και σταθερή ικανότητα να κρίνει κανείς με σύνεση και να παίρνει αποφάσεις προς το κοινό ή το μακροπρόθεσμο καλό, προερχόμενη από εμπειρία, αυτογνωσία και στοχασμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σοφία δεν αποκτάται μόνο από τα βιβλία, αλλά και από τις εμπειρίες.
- Έδειξε μεγάλη σοφία όταν αποφάσισε να μην αντιδράσει βιαστικά.
- Η σοφία των παλαιών λαών μεταδόθηκε προφορικά.
- Με σοφία και υπομονή κατάφεραν να λύσουν τις διαφωνίες.
- Στην αρχαία φιλοσοφία αναζητούσαν την σοφία για να φτάσουν στην ευδαιμονία.