σνομπάρω

ρήμα

1. Εκδηλώνω αλαζονική ψυχρότητα απέναντι σε κάποιον, συμπεριφερόμενος σαν να είναι κατώτερος ή μη άξιος προσοχής.

2. Αποφεύγω ή αγνοώ σκόπιμα πρόσωπο, πρόσκληση ή ενέργεια, αρνούμενος να δώσω αναγνώριση ή επικοινωνία ως μέσο επίδειξης υπεροχής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη δουλειά σνομπάρω όσους συμπεριφέρονται υπεροπτικά.
  • Δεν σνομπάρω τα παραδοσιακά φαγητά· απλώς προτιμώ να δοκιμάζω νέες γεύσεις.
  • Τον σνομπάρω όταν έρχεται πάντα αργοπορημένος και αδιάφορος.
  • Συχνά σνομπάρω τις μεγάλες επωνυμίες και στηρίζω μικρές επιχειρήσεις.
  • Μερικές φορές σνομπάρω προσκλήσεις σε επίσημες εκδηλώσεις που δεν με ενδιαφέρουν.