σνομπάρω
ρήμα1. Εκδηλώνω αλαζονική ψυχρότητα απέναντι σε κάποιον, συμπεριφερόμενος σαν να είναι κατώτερος ή μη άξιος προσοχής.
2. Αποφεύγω ή αγνοώ σκόπιμα πρόσωπο, πρόσκληση ή ενέργεια, αρνούμενος να δώσω αναγνώριση ή επικοινωνία ως μέσο επίδειξης υπεροχής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σέβομαι εκτιμώ αποδέχομαι υποδέχομαι τιμώ στηρίζω ενσωματώνω προσκαλώ καλωσορίζω συμπαθώ υποστηρίζω αγκαλιάζω επαινώ επευφημώ προσκυνώ συγκινούμαι απαντώ προτιμώ παρακολουθώ αγγίζω ενδιαφέρομαι ασχολούμαι λιγουρεύομαι χαιρετώ αγαπώ ορέγομαι προσφωνώ φιλέω νοιάζω επιλέγω ανέχομαι προτιμάω διαφημίζω ενημερώνομαι ευνοώ μαγνητίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Στη δουλειά σνομπάρω όσους συμπεριφέρονται υπεροπτικά.
- Δεν σνομπάρω τα παραδοσιακά φαγητά· απλώς προτιμώ να δοκιμάζω νέες γεύσεις.
- Τον σνομπάρω όταν έρχεται πάντα αργοπορημένος και αδιάφορος.
- Συχνά σνομπάρω τις μεγάλες επωνυμίες και στηρίζω μικρές επιχειρήσεις.
- Μερικές φορές σνομπάρω προσκλήσεις σε επίσημες εκδηλώσεις που δεν με ενδιαφέρουν.