σκληρόκαρδος
επίθετοΠου δεν συγκινείται εύκολα από τον πόνο, τη δυσκολία ή την ανάγκη των άλλων και δείχνει ψυχρότητα ή έλλειψη καλοσύνης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας του έγινε πολύ σκληρόκαρδος μετά τις δυσκολίες που πέρασε.
- Μην είσαι τόσο σκληρόκαρδος με το παιδί, θέλει λίγη κατανόηση.
- Την παρουσίασε ως σκληρόκαρδη γυναίκα που δεν συγκινείται εύκολα.
- Οι σκληρόκαρδοι έμποροι δεν δέχτηκαν να βοηθήσουν κανέναν.
- Τους κατηγόρησαν πως ήταν σκληρόκαρδοι και αδιάφοροι απέναντι στον πόνο των άλλων.