προτροπή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή λόγος που ωθεί κάποιον να πράξει ή να αποφασίσει κάτι, με στόχο την παρακίνηση σε συγκεκριμένη δράση.
2. Σύντομη έκφραση ή συμβουλή που στοχεύει να κινητοποιήσει τα βήματα και να καθοδηγήσει τη συμπεριφορά προς ένα επιθυμητό αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προτροπή του προπονητή έκανε τους αθλητές να προσπαθήσουν περισσότερο.
- Υπήρξε μια προτροπή στους πολίτες να εμβολιαστούν εγκαίρως.
- Η προτροπή του τερματικού ζητούσε τον κωδικό του χρήστη.
- Περιμένει την προτροπή του σκηνοθέτη για να μπει στη σκηνή.
- Η προτροπή της φίλης της την ώθησε να αλλάξει δουλειά.