πληρότητα

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση κατά την οποία κάτι είναι πλήρες και περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέρη, στοιχεία ή χαρακτηριστικά.

2. Ο βαθμός ή μέτρο με το οποίο ένα σύνολο, έργο ή σύστημα καλύπτει τις απαιτούμενες πληροφορίες, περιπτώσεις ή προδιαγραφές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πληρότητα της έκθεσης εξασφάλισε ότι δεν υπήρχαν κενά στην ανάλυση.
  • Κατά τον Αύγουστο, η πληρότητα των ξενοδοχείων στην περιοχή ήταν σχεδόν απόλυτη.
  • Πριν την επεξεργασία, ελέγξαμε την πληρότητα των δεδομένων για τυχόν ελλείψεις.
  • Η πληρότητα ενός μετρικού χώρου σημαίνει ότι κάθε ακολουθία Cauchy συγκλίνει.
  • Μετά την ολοκλήρωση του έργου ένιωσε εσωτερική πληρότητα.