πείνα
ουσιαστικό1. Εσωτερική σωματική αίσθηση και φυσιολογική ανάγκη για πρόσληψη τροφής που εμφανίζεται όταν το σώμα χρειάζεται ενέργεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω μεγάλη πείνα μετά την προπόνηση.
- Τα παιδιά υπέφεραν από πείνα μετά την καταστροφή.
- Η πείνα για επιτυχία τον ώθησε να δουλέψει πιο σκληρά.
- Έχει διαρκή πείνα για γνώση.
- Η πολιτική πρέπει να αντιμετωπίσει την πείνα και τη φτώχεια.