περίεργος
επίθετο1. Που έχει έντονη επιθυμία να μάθει ή να πληροφορηθεί για πρόσωπα, πράγματα ή γεγονότα.
2. Που παρουσιάζει ιδιότητες, μορφή ή συμπεριφορά εκτός του συνηθισμένου και προκαλεί απορία ή έκπληξη.
Συνώνυμα
παράξενος αλλόκοτος ασυνήθιστος αξιοπερίεργος παράδοξος ιδιόμορφος ιδιόρρυθμος αδιάκριτος ερευνητικός ενδιαφερόμενος μυστηριώδης ανώμαλος ασυνήθης εκκεντρικός ιδιότυπος αλλοπρόσαλλος πρωτόγνωρος ιδιότροπος παραξενιάρης παραξενεμένος απορημένος ψαγμένος φευγάτος παλαβός στραβός παράτολμος ιδιοσυγκρασιακός ιδιαίτερος ξεχωριστός σπάνιος ανατριχιαστικός ύποπτος αινιγματικός σκιώδης αφύσικος ενδιαφέρων εξωτικός παράταιρος ακανόνιστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο περίεργος μαθητής έκανε πολλές ερωτήσεις.
- Η περίεργη μυρωδιά ερχόταν από την κουζίνα.
- Το περίεργο φως στον ουρανό προκάλεσε συζητήσεις.
- Οι περίεργοι γείτονες παρακολουθούσαν από τα παράθυρα.
- Τα περίεργα γεγονότα παρέμεναν ανεξήγητα.