ακανόνιστος
επίθετοΠου δεν ακολουθεί σταθερή μορφή, τάξη ή συνηθισμένη κανονικότητα.
Συνώνυμα
ακανόνιστος παράτυπος ανομοιόμορφος ανώμαλος ασταθής αυθαίρετος ασυνεπής ασυνεχής απρόβλεπτος ακατάστατος περίεργος χαοτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έδαφος στο μονοπάτι είναι ακανόνιστο και δύσκολο στο περπάτημα.
- Το ακανόνιστο ωράριο με κουράζει πολύ.
- Οι εισπράξεις της επιχείρησης ήταν ακανόνιστες φέτος.
- Το γεωμετρικό σχήμα είναι ακανόνιστο και δεν έχει ίσες πλευρές.
- Έκανε ακανόνιστες κινήσεις με το χέρι του.
- Η μελέτη δείχνει ακανόνιστη λειτουργία του συστήματος.