παραβίαση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα κατά το οποίο υπερβαίνεται ή καταστρατηγείται ένας κανόνας, νόμος ή όρος, με συνέπεια τη μη τήρηση νομικών ή συμβατικών υποχρεώσεων.
Συνώνυμα
παράβαση καταπάτηση αθέτηση προσβολή παράπτωμα παρανομία αδικία αυθαιρεσία παρατυπία κατάχρηση διαρροή διάρρηξη εισβολή υπερβάση κατάλυση σπάσιμο χακάρισμα πρόσβαση παρενόχληση καταπίεση μπουκάρισμα αποσφράγιση παραβατικότητα υφαρπαγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραβίαση του νόμου τιμωρείται αυστηρά.
- Η παραβίαση της σύμβασης οδήγησε σε νομικές συνέπειες.
- Εντοπίστηκε παραβίαση στα πληροφοριακά συστήματα και ενεργοποιήθηκαν τα πρωτόκολλα ασφαλείας.
- Η παραβίαση της ιδιωτικότητάς της προκάλεσε δημόσια κατακραυγή.
- Ο τεχνικός απέτρεψε την παραβίαση της κλειδαριάς χωρίς να προκαλέσει ζημιά.